Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Ιέραξ (Falco)

Το Γεράκι (Ιέραξ), είναι αρπαχτικό ημερόβιο πουλί της οικογένειας των ιερακιδών, τάξη ιερακόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Το πιο γνωστό και πιο διαδεδομένο είδος είναι ο Ιέραξ ο γνήσιος Falco tinunculus, κοινώς Κιρκινέζι του βράχου. Με την γενική ονομασία Γεράκι εννοείται οποιοδήποτε από τα είδη του αρπακτικού ημερόβιου πτηνού του γένους Falco. Η λέξη προέρχεται από τη Λατινική falco, σχετική με την επίσης Λατινική falx («δρεπάνι»), εξαιτίας του σχήματος των φτερών του πτηνού.

Μερικά είδη είναι:
• Ιέραξ ο ερυθρωπός (Falco vespertinus) κοινώς Μαύρο κιρκινέζι. Είναι από τα πιο όμορφα γεράκια. Τρέφεται με έντομα. Ζει στην Ν Ευρώπη.
• Ιέραξ ο οξύπτερος (Falco eleonorae), κοινώς γεράκι της Ελεονόρας ή μαύρος πετρίτης. Το σώμα του έχει μήκος 45 εκ και η ουρά του 20 εκ. Ζει στα νησιά και στις ορεινές περιοχές γύρω από την Μεσόγειο.
• Ιέραξ ο κορυδαλλοφάγος (Falco subbuteo), κοινώς ξεφτέρι. Πετά καλύτερα και ταχύτερα από όλα τα γεράκια και κυνηγά ακόμα και χελιδόνια, κορυδαλλούς κτλ. Ζει στην Ευρώπη, στην Ασία και Β.Δ. Αφρική.
• Ιέραξ ο μεταναστευτικός (falco peregrines), κοινώς πετρίτης. Ζει σε όλο τον κόσμο εκτός από την αρκτική. Πετά πολύ γρήγορα και συλλαμβάνει περιστέρια, πέρδικες, πάπιες, γλάρους, χελιδόνια κτλ.
• Ιέραξ ο ερυθρόνωτος (falco naumanni) κοινώς κιρκινέζι. Απαντάται στην Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Γαλλία, στη Βρετανία και στην Ελλάδα.
• Ιέραξ ο ιερός (falco cherrug) ζει στη Βουλγαρία, στη Ρουμάνια και στην Α. Τουρκία.
• Ιέραξ ο νάνος (falco columbarius). Ζει στις τούνδρες και στα δάση της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής.

Το σώμα του είναι επίμηκες, εύρωστο και φτάνει σε μήκος τα 33-35 εκατοστά. Η ουρά του είναι λεπτή και έχει μήκος περίπου 24 εκατοστά. Οι φτερούγες του είναι μακριές και μυτερές έτσι εξασφαλίζει ένα ελαφρύ και γρήγορο πέταγμα. Το κεφάλι του, ο λαιμός του και η ουρά του είναι γκριζωπά, ενώ η ράχη του είναι καστανόχρωμη. Το κάτω μέρος του λαιμού του, το στήθος και η κοιλιά του έχουν άσπρο ή πολύ ανοιχτό κίτρινο χρώμα. Τα πόδια του είναι κίτρινα, κοντά και καλύπτονται από φτερά. Τα δάχτυλα του φέρουν γαμψά και δυνατά νύχια. Το χρώμα του ράμφους του είναι καστανοκίτρινο και είναι κοντό, γαμψό και δυνατό έτσι ώστε να κόβει και να σκίζει τη λεία του. Στο επάνω ράμφος των γερακιών υπάρχει καλύτερη οδόντωση που τα βοηθά να σκοτώνουν αμέσως το θύμα τους καθώς και να τεμαχίζουν τα θύματά τους πολύ γρήγορα. Τρέφεται με ποντίκια, μικρά πουλιά και έντομα.

Όπως όλα τα αρπακτικά έτσι και τα γεράκια στέκονται στον αέρα και στριφογυρνάνε αργά χρησιμοποιώντας τα θερμά ανοδικά ρεύματα του αέρα. Οι μεγάλες και πλατιές φτερούγες τους αυξάνουν την επιφάνεια του σώματός τους, βοηθώντας τα να πετούν για πολλές ώρες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Με αυτόν τον τρόπο εξοικονομούν ενέργεια.

Κυνηγούν στον αέρα με όπλα τους την ταχύτητα και την όραση τους. Διαθέτουν από 8 έως 10 φορές περισσότερα οπτικά κύτταρα ανά τετραγωνικό χιλιοστό από τον άνθρωπο κάτι που τους εξασφαλίζει ισχυρότερη όραση από όλα τα θηλαστικά. Βλέπουν τρισδιάστατα σε μεγάλο οπτικό πεδίο. Οι οφθαλμοί τους βρίσκονται τοποθετημένοι αρκετά μπροστά στο κρανίο τους και έτσι μπορούν να βλέπουν καλύτερα, με μεγάλη γωνία κλίσης. Την λεία τους την εντοπίζουν από μεγάλο ύψος. Το μάτι τους είναι κάτι ανάλογο με τον ζουμ στις κάμερες. Εστιάζουν πάνω στην λεία τους και εφορμούν κατά πάνω της με απίστευτη ταχύτητα, πάνω από 300 χλμ/ώρα, χτυπώντας την με το στήθος τους πριν τη συλλάβουν με τα γαμψά τους νύχια.

Τα γεράκια συνήθως δεν κατασκευάζουν φωλιές, απλά εγκαθίσταται σε παλιές φωλιές άλλων πτηνών ή μέσα σε τρύπες σε απόκρημνους βράχους. Το θηλυκό γεννά 2-6 αυγά που είναι σχεδόν κοκκινωπά με σκούρα στίγματα. Επωάζει τα αυγά για περίπου 28-30 μέρες. Οι δυο γονείς μαζί αναλαμβάνουν να αναθρέψουν τους νεοσσούς και να τους εκπαιδεύσουν στην αναζήτηση λείας. Τα μικρά εξαρτώνται από τους γονείς τους για 3-8 εβδομάδες. Ώσπου να γίνουν τα μικρά ανεξάρτητα το αρσενικό εφοδιάζει με τροφή όλη την οικογένεια, ενώ το θηλυκό προσέχει τα μικρά.
Ζουν σε όλη την Ευρώπη και την Ασία, εκτός από την αρκτική, καθώς και σε πολλά μέρη της Αφρικής όπου καταφεύγουν για να περάσουν τους δύσκολους χειμώνες. Μπορεί όμως να διαχειμάσουν ακόμη και στην Β. Ευρώπη. Στην Ελλάδα απαντούν ως επιδημητικά πουλιά στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά.

Επιχειρούν μικρές μεταναστεύσεις την άνοιξη και το φθινόπωρο και μονό τότε συγκεντρώνονται σε ομάδες. Θεωρούνται ωφέλιμα για τη γεωργία επειδή μερικά τρέφονται με έντομα.

Ευρέως διαδεδομένη στην αρχαιότητα ήταν η ιερακοθηρία. Τα γεράκια εκπαιδεύονταν να κυνηγούν άλλα πουλιά, ιδίως φασιανούς και ερωδιούς. Τα είδη που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως οι κυνηκογέρακες, οι ασπρογέρακες, χρυσογέρακες και οι πετρίτες. Η προέλευση αυτού τους είδους κυνηγιού χάνεται στα βάθη της αρχαιότητος. Οι Κινέζοι και οι Μογγόλοι κυνηγούσαν με γεράκια τουλάχιστον είκοσι τρεις αιώνες πριν αυτό το θαυμάσιο άθλημα έρθει στην Ευρώπη.. Στην Ευρώπη το κυνήγι με τα γεράκια εξασκούταν από τους Νότιους λαούς κι από τους Σικελούς , ενώ από τους Ρωμαίους μόνο γύρω στο 300 μ.Χ.. Στους αρχαίους Έλληνες ήταν γνωστό λόγο του εμπορίου και της επαφής με τους Ασιατικούς λαούς και τους Θράκες – ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο κυνήγι με την βοήθεια των γερακιών στο Περί ζώων ιστορίαι : «στην περιοχή της Θράκης, που κάποτε ονομαζόταν Kεδρίπολη, οι άνθρωποι κυνηγούν τα μικρά πουλιά στους βάλτους με τη βοήθεια γερακιών. Oι άνθρωποι κρατούν ξύλα και χτυπούν τα καλάμια και τα χαμόκλαδα για να κάνουν τα πουλάκια να πετάξουν και τα γεράκια εμφανίζονται από πάνω τους και τα καταδιώκουν. Aπό το φόβο τους τα πουλάκια πετούν πάλι προς τη γη· οι άνθρωποι τα χτυπούν με τα ξύλα και τα πιάνουν και δίνουν στα γεράκια μερτικό, τους ρίχνουν δηλαδή μερικά από τα πουλιά, και τα γεράκια τα πιάνουν».

Η βασική του καταγωγή όμως είναι από την Ανατολή και στα μακρινά στεπώδη και βουνίσια εδάφη της Ασίας. Στην κεντρική Ευρώπη άρχισε να ασκείται από την αρχή του Μεσαίωνα, αλλά γνώρισε την κορύφωση της δόξας του στην εποχή του Λουδοβίκου ΧΙΙΙ, οπότε έκριναν την αξία και τα προτερήματα ενός αριστοκράτη από το πόσο σπουδαία ήταν τα πουλιά του!
Σήμερα η ιερακοθηρία εξασκείται κυρίως στις αραβικές χώρες, και στις Δημοκρατίες της Kεντρικής Aσίας (π.χ. Kαζακστάν) κι ο όρος χρησιμοποιείται όχι μόνο για την εκπαίδευση και το κυνήγι με γεράκια, αλλά και με αητούς κι άλλα αρπακτικά πτηνά.
H εκπαίδευση του γερακιού δεν είναι εύκολη υπόθεση και γίνεται συνήθως από γνώστες του αντικειμένου ή υπό την καθοδήγήσή τους. Πρώτο μέλημα είναι να συνηθίσει το πτηνό την επαφή με τον άνθρωπο και στην συνέχεια να εκπαιδευτεί ως κυνηγός (με την μέθοδο του σπάγγου και κατόπιν ελεύθερο), πράγμα που επιτυγχάνεται με τροφή/αμοιβή κι υπομονή.



Στην Ιλιάδα, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις θεών και ανθρώπων παρομοιάζονται, ως προς την ταχύτητα τους, με αυτήν του γερακιού όταν κυνηγάει και επιτίθεται κατά των θηραμάτων του. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι οι Έλληνες έμαθαν πολλά για την ιερακοθηρία από τους Τρώες κατά την διάρκεια του τρωικού πολέμου. Στον μύθο του Αισώπου, το γεράκι εμφανίζεται ως ένα πονηρό πτηνό, το οποίο αποκτά την εμπιστοσύνη των αγαθών περιστεριών, με αποτέλεσμα τα τελευταία να γίνουν λεία του.

Στην αιγυπτιακή μυθολογία ο θεός Ώρος απεικονιζόταν ως γεράκι ή άνθρωπος με κεφάλι γερακιού. Η αιγυπτιακή λέξη για το γεράκι ήταν χορ, ομόηχη μιας άλλης, που σημαίνει «ουρανός»· επειδή το γεράκι πετά σε μεγάλα ύψη, φαντάζονταν τον ουρανό ως θεϊκό γεράκι, τον δε Ήλιο και την Σελήνη ως τα μάτια του. Το γεγονός ότι το γεράκι απεικονίζεται ακόμη και σε προϊστορικά μνημεία στην αρχαία Αίγυπτο, οδηγεί στην υπόθεση μιας λατρείας με πολλούς και ιδιαίτερα ισχυρούς πιστούς· Από τα πολύ αρχαία χρόνια θεωρείτο ως το κατ' εξοχήν θεϊκό πτηνό ενώ το ιερογλυφικό το οποίο αντιστοιχεί στην έννοια «θεός», είναι ένα γεράκι που κάθεται πάνω σε ένα ξύλο.
Σε όλες τις περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα οι πιστοί του γερακιού, λατρεύτηκε ο Ώρος. Ο ρόλος, όμως, αυτού του θεού και τα σύμβολά του διαφοροποιήθηκαν στα κατά τόπους ιερά με την πάροδο του χρόνου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε στο αιγυπτιακό πάνθεο υπάρχουν περίπου δεκαπέντε διακριτοί Ώροι, από τους οποίους κυριότεροι ήταν ο Χαρβέρ, Χαρόερις ή Αρούηρις στην ελληνική μεταγραφή του και τα υπόλοιπα, ηλιακού χαρακτήρα, γεράκια όπως ο Ώρος της Μπεχεντέτ και ο Ώρος, ο γιος της Ίσιδος, ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο του Όσιρι, εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του.
Τα κείμενα των Πυραμίδων τον παρουσιάζουν ως γιο του Ρα και αδελφό του Σετ. Η αιώνια αντίθεση μεταξύ ερέβους και φωτός συμβολίζεται με αιώνιες συγκρούσεις, κατά τις οποίες ο μεν Σετ έβγαλε το ένα μάτι του Ώρου, ενώ ο δεύτερος ευνούχισε τον αμείλικτο εχθρό του. Το δικαστήριο των θεών έλυσε την διαφορά υπέρ του θεού γερακιού, ο οποίος, από το τέλος της δεύτερης δυναστείας εμφανίζεται μόνος και αποκλειστικός θεϊκός πρόγονος των Φαραώ, στο πρωτόκολλο των οποίων αναφέρεται με την επωνυμία Χορ Νουμπτί, «Ώρος, ο νικητής του Σετ».

Τα γεράκια χρησιμοποιούνται και από την Πολεμική Αεροπορία, απομακρύνοντας πτηνά που δυσχεραίνουν το έργο των πιλότων, λόγω προσκρούσεων τους σε αεροσκάφη, κίνδυνος που αυξάνει ολοένα λόγω της μαζικής μετακίνησης των πουλιών, εξαιτίας των κλιματολογικών αλλαγών. Κάθε γεράκι εκτελεί καθημερινά 4-5 ολιγόλεπτες πτήσεις γύρω από τον γερακάρη – υπαξιωματικό της Π.Α. και σε ακτίνα τέτοια ώστε να υπάρχει οπτικοακουστική επαφή. Η χρησιμοποίησή τους είχε άμεσα αποτελέσματα, καθώς μέσα σε έναν μήνα διαπιστώθηκε σημαντική μείωση συγκέντρωσης πτηνών γύρω από τα αεροδρόμιο· κι αυτό γιατί πλέον τα πτηνά της ευρύτερης περιοχής γνωρίζουν ότι η διέλευσή τους από το αεροδρόμιο είναι πολύ επικίνδυνη λόγω των εκπαιδευμένων γερακιών τα οποία και μόνο με την εκτέλεση ελιγμών τους προκαλούν ανησυχία, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από την περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ο δείκτης προσκρούσεων πτηνών εντός του αεροδρομίου έχει σχεδόν μηδενιστεί (από 8 συμβάντα το 2000 μόλις ένα το 2010).


Ο ΚΙΤΖΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ - Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Σ' ἕνα κοντρὶ θεόχτιστο κάθεται διπλοπόδι
ἕνας γεροπαλλήκαρος, ὁ Κίτζος ὁ Σουλιώτης.
Ἔχει τὴν τρίχα κάτασπρη σὰν τὴν κορφὴ τοῦ Πίνδου.
Πόσαις ἀντάραις καὶ χιονιαῖς τ' ἀσπρίσαν τὸ κεφάλι!
Μὲ τὤνα χέρι ἐχάϊδευε ὁλόχρυσα πιστόλια,
μὲ τἄλλο χέρι του ἔστριφεν ἄσπρο, μακρὺ μουστάκι.
Ἐμπρὸς στὴ φουστανέλλα του κοίτεται ξαπλωμένο
ἕνα μιλλιόνι ξακουστό, πἄστραφτε σὰν ἀστερι.
Σὰν ὄχεντρα φαρμακερή, ποὺ καρτερεῖ νὰ κρούξῃ,
ἔδειχνε τὸ κεφάλι του τὸ δαμασκὶ σπαθί του,
κουλουριασμένο κι' ἄγρυπνο κρυμμένο στὴ φλοκάτη.
Ὤχ! νἄμουνα μὲς τὴν καρδιὰ τοῦ Κίτζου τοῦ Σουλιώτη,
νὰ μέτραγα τοὺς χτύπους της, νἄνιωθα τὴ λαχτάρα!

Τὰ μάτια του κατάμαυρα, στὴν Κιάφα καρφωμένα,
βράζουνε μὲς τὸ δάκρυ τους καὶ στάζουνε φαρμάκι.
Ἐκύτταζε κ' ἐκύτταζε! Τὸ αἷμ' ἀπ' τὴν καρδιά του
σὰν ἄγριο κῦμα χύνεται, τὰ στήθια του πλακώνει.
Ἐφούσκωσαν οἱ φλέβες του σὰ φείδια στὸ λαιμό του,
καὶ λὲς θὰ τόνε πνίξουνε. Μὲ μιᾶς ἀναστενάζει...
Τὶ στεναγμὸς ἦταν ἐκειός· ξυπνᾷ καὶ πεθαμένους!

Ἕνα γεράκι διάβαινε ψηλὰ ψηλὰ στ' ἀγέρι
καὶ σταματάει τὸ φτερὸ καὶ κάθεται μπροστά του.

- Κίτσο Σουλιώτη, ἐδιάβαινα, ἐπήγαινα στὴ Δύσι,
καὶ σἄκουσα ποὺ στέναξες κ' ἦρθα νὰ σὲ ρωτήσω.
Πές μου καὶ σὺ τὸν πόνο σου, πὲς μου τὴν δυστυχιά σου.
Πουλὶ δὲν εἶμαι τῆς χαρᾶς, εἶμαι πουλὶ θανάτου.

- Πέτα, γεράκι, διάβαινε. Ἐσὺ ψηλὰ στὰ γνέφη
ἔχεις φτερὰ τὴν ἀστραπή, φωτιὰ τ' ἀστροπελέκι,
καὶ δὲ γνωρίζεις σίδερα καὶ δὲ φοβᾶσαι ἀφέντη.
Πέτα, γεράκι, διάβαινε, κι' ἄν πᾷς πέρα στὴ Δύσι,
καὶ δὲν σοῦ κόψουν τὰ φτερὰ καὶ κόψουνε τὰ νύχια
πὲς τους πὼς μ' ηὗρες μοναχὸ ποὺ κύτταζα τὸ Σοῦλι,
ποὺ κύτταζα τὴ στάχτη του κ' ἔκλαιγα τὴν ἐρμιά του.

- Οἱ πεθαμένοι θὰ σκωθοῦν στὴν ἄλλη παρουσία,
τώρα γυρεύω ζωντανούς. Τρέχα, Σουλιώτη, τρέχα.
Ἡ μάνα μας ἐξύπνησεν ἀπ' τὸν βαθύν της ὕπνο
καὶ μέσ' Ἀπὸ τὸ μνῆμά της φωνάζει στὰ παιδιά της
τὸ χέρι νὰ τῆς δώσουνε τὴν πλάκα νὰ σηκώσῃ.
Πέταξε, ἀνέβα στὰ βουνά, ν' ἀκουρμαστῇς, ν' ἀκούσῃς,
νὰ ἰδῇς τὴ νεκρανάσταση, νὰ ζεσταθῇ ἡ καρδιά σου.

- Ἔχεις ἀνθρώπινη λαλιὰ καὶ δὲ μοῦ λὲς ποιός εἶσαι;
- Κίτσο Σουλιώτη, πίστεψε, εἶμ' ἡ ψυχὴ τοῦ Ρήγα.
- Ἡ Δύση σὲ παράδψκε καὶ σὺ στὴ Δύση τρέχεις;
- Σὰ ἰδῇ πῶς μὲ σταυρώσανε κ' ἡ Δύση θὰ πιστέψῃ.

Χτυπάει, ἀνοίγει τὰ φτερά, χάνεται τὸ γεράκι.
Ἐμβῆκε μὲς τὰ σύγνεφα, διαβαίν' ἀπὸ τὴν Πάργα
καὶ χαμηλώνει τὰ φτερὰ νὰ ἰδῇ τὴ σταύρωσή της.
Τὴν εἰδε κι' ἀνατρίχασε, ἐσπάραξ' ἡ καρδιά του!
Τὸ φονικὸ τἀνέλπιστο τοῦ τὤχαν μαρτυρήσει
κ' ἐκεῖνος δὲν τὸ πίστεψε κ' ἦλθε νὰ ἰδῇ τὸ μνῆμα.
Ἁρπάζει μὲς τὰ νύχια του τῆς κιτριᾶς τὰ φύλλα
τ' ἀγκάλιασε σὰν ὀρφανά, σὰν τὰ παιδιὰ τῆς Πάργας,
κ' ἐπήγανε στὴν ξενιτειὰ νὰ κλάψουν τὸν καϋμό τους.

Σουλιώτη, μὴ τοὺς καρτερεῖς. Ποιὸς ξέρ' ἄν θὰ γυρίσουν.
Σύρε στὴ μαύρη μάννα σου, σύρε καὶ σὺ νὰ δώσῃς
τ' ἀνδρεῖά σου γεράματα, τὸ ἔρμο σου κουφάρι·
καὶ πέσε ν' ἀποκοιμηθῇς. Θ' ἀναστηθῇ τὸ Σοῦλι!














Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Ιανουάριος

Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό και το Ιουλιανό Ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Η πρώτη ημέρα του μήνα, η οποία είναι και πρώτη του χρόνου, είναι γνωστή ως Πρωτοχρονιά. Είναι, κατά μέσο όρο, ο πιο κρύος μήνας του έτους κατά το μεγαλύτερο μέρος του.
Ο Ιανουάριος πήρε το όνομά του από τον Ιανό (Ianuarius), έναν από τους αρχαιότερους θεούς των Ρωμαίων. Προέρχεται από την λατινική λέξη ianua (πόρτα) - Ιανουάριος είναι η πόρτα για το έτος. Ο Ιανός, ήταν ο θεός όλων των ενάρξεων και των μεταβάσεων. Στην ετρουσκική μυθολογία αντιστοιχεί με το θεό Άνι.


Όπως αναφέρει σχετικά και ο Ηλίας Αναγνωστάκης :
…ο Ιανός ήταν θεός δίμορφος, που παριστάνεται πότε με κλειδιά ή με τριακόσιες ψήφους στο δεξί του χέρι και εξήντα πέντε στο αριστερό, όσες οι μέρες του ενιαυτού. Εκκαλείτο δε και «Αιωνάριος» αντί Ιανουάριος, επειδή τον θεωρούσαν του αιώνος πατέρα. Είχαν μάλιστα οριστεί δώδεκα πρυτάνεις να τον υμνούν και υπήρχε δωδεκάβωμον στο ναό του, όσοι και οι μήνες του έτους.
Ο Ιανουάριος, ωστόσο, δεν ήταν ανέκαθεν ο πρώτος μήνας του έτους για τους Ρωμαίους. Παραδοσιακά, το αρχικό ρωμαικό ημερολόγιο αποτελείτo από 10 μήνες, συνολικής διάρκειας 304 ημερών. Στα πρώτα χρόνια της ιστορίας του, πρώτος μήνας ήταν ο Μάρτιος, από το όνομα του θεού του πολέμου τον Mars-Martis (δηλαδή τον Άρη, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία). Πρωτοχρονιά ήταν τότε η πρώτη Μαρτίου, η οποία εξακολούθησε να γιορτάζεται και στα κατοπινά χρόνια. Και επειδή θυμούνταν πως αυτή ήταν η αρχική τους πρωτοχρονιά, την έλεγαν πάτριον. Ο Ιανουάριος έγινε πρώτος μήνας αργότερα,γύρω στο 713 π.Χ., όταν ο βασιλιάς των Ρωμαίων Νούμας Πομπίλιος (Numa Pompilius ), οργάνωσε το ημερολόγιο με βάση τον ήλιο (ένα πρότυπο σεληνιακό έτος διαρκεί 365 ημέρες).

Ιστορικά ονόματα για τον μήνα Ιανουάριο θεωρούνται : η αυθεντική ονομασία του, Ianuarius, ο Σαξονικός όρος Wulf-monath ο οποίος σημαίνει ο μήνας του λύκου και η ονομασία δοθείσα από τον Καρλομάγνο Wintarmanoth η οποία σημαίνει χειμώνας / κρύος μήνας.
Άλλες ονομασίες :
Στην Λευκορωσία ο Ιανουάριος ονομάζεται «студзень" που σημαίνει "ένα παγωμένο ένα". Στην Τσεχία καλείται leden, που σημαίνει "μήνας με πάγο". Στην Ουκρανία λέγεται січень ,εννοώντας την κοπή ή τον τεμαχισμό.Ομοίως, στην Κροατία λέγεται siječanj, επίσης σημαίνει κοπή ή τεμαχισμός. Στην Φιλανδία, ο Ιανουάριος καλείται tammikuu, που σημαίνει "ο μήνας της βελανιδιάς", αν και η αρχική του έννοια ήταν "ο μήνας στην καρδιά του χειμώνα" ,( tammi σημαίνει ο άξονας ή πυρήνας) ενώ σε άλλες Σκανδιναβικές γλώσσες είναι γνωστός ως ođđajagimánnu, που σημαίνει "μήνας του νέου έτους".
Ο λαός μας έχει δώσει και αυτός τις δικές του ονομασίες, όπως το Γενάρης ή το Γενολοήτης διότι τότε γεννούν τα γιδοπρόβατα, και Μεσοχείμωνας επειδή είναι ο μεσαίος από τους μήνες του χειμώνα. Επιπλέον είναι γνωστός και ως «κλαδευτής».Επίσης ως Μεγάλος μήνας ή Τρανός μήνας ή Μεγαλομηνάς γιατί είναι ο πρώτος μήνας του έτους καθώς και Κρυαρίτης γιατί είναι ο ψυχρότερος όλων.

Αλκυόνη
Ο παγωμένος Ιανουάριος είναι ο μήνας που είναι περισσότερο συνδεδεμένος σύμφωνα με τη μυθολογία με το πουλί αλκυόνη. Σύμφωνα με την μυθολογία η Αλκυόνη, κόρη του άρχοντα των ανέμων Αίολου, μαζί με τον άντρα της, βασιλιά Κήυκο, καυχήθηκαν κάποια στιγμή πως είναι πιο ευτυχισμένοι από τον Δία και την Ήρα. Για αυτή τους την ασέβεια οι θεοί αποφάσισαν να τους τιμωρήσουν μεταμορφώνοντάς τους σε πουλιά. Μα η μεγαλύτερη δυστυχία για την Αλκυόνη ήταν πως έπρεπε να γεννά τα αυγά της μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Όταν κάποια στιγμή ο Δίας τους λυπήθηκε για όσα περνούσαν, έδωσε εντολή στα κύματα και τους ανέμους να ησυχάζουν για δεκατέσσερις μέρες το χειμώνα -τις γνωστές μας "Αλκυονίδες ημέρες"- για να μπορούν να επωάσουν τα αυγά τους.
Οι αλκυονίδες ημέρες τού έχουν δώσει και την ονομασία «Γελαστός»,
Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας με το λαμπρότερο φεγγάρι: «Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα μέρα μοιάζει».

Είναι επίσης γνωστός και ως "Καλαντάρης" από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και τα δώρα των Καλενδών.
Σε αναφορά του Σπύρου Τραϊανού, τα δώρα αυτά είχαν την εξής προέλευση:
Νικηφόρος Λύτρας - Κάλαντα
Με την αρχή του χρόνου άρχιζε η θητεία των υπάτων, οι οποίοι σε σχετική πομπή στους δρόμους σκορπούσαν νομίσματα, που αρχικώς ήσαν χρυσά, αλλά αργότερα, επί Ιουστινιανού, περιορίστηκαν σε αργυρά. Μικρά νομίσματα συνέλεγαν όμως και τα παιδιά, που περιέρχονταν τα σπίτια συγγενών και φίλων για να ευχηθούν. Έτσι γεννήθηκαν τα «Κάλαντα», που φθάνουν μέχρι τις μέρες μας, αλλά αφετηρία τους υπήρξαν οι Καλένδες του Ιανουαρίου, άσχετα αν σταδιακά επεκτάθηκαν από τα παιδιά σε όλες τις εορταστικές ημέρες του Δωδεκαήμερου.
Άλλη πηγή αναφέρει σχετικά πως η περιφημότερη εορτή του Ιανουαρίου ήταν οι Καλένδες, (calendae Januariae) επειδή γιορτάζονταν και η έλευση του νέου χρόνου. Κατά την διάρκεια των Καλενδών γίνονταν αμοιβαίες επισκέψεις συγγενών και φίλων με ανταλλαγή δώρων των λεγόμενων strena (κυρίως μέλι, ξερά σύκα και χουρμάδες) ως και μικρών νομισμάτων. Επίσης πρόσεχαν, στην διάρκεια αυτών, τις εκφράσεις τους και τις κινήσεις τους ώστε να μην αποβούν κακοί οιωνοί στο νέο έτος. Επίσης κατ' αυτή την περίοδο ο Αυτοκράτορας, καθήμενος στον Ηγεμονικό θρόνο των ανακτόρων, δεχόταν την επίσημη επίσκεψη των ανωτέρων αξιωματούχων του κράτους καθώς και πολιτών σε "φάλαγγα κατ΄ άνδρα" οι οποίοι και έρριπταν προ αυτού νομίσματα.
Οι Καλένδες του Ιανουαρίου ήταν κατά το δεύτερο ήμισυ εργάσιμες, έτσι ώστε η εργασία μετά της εορτής να θεωρείται εξάγγελος καλού έτους.

Οι ρίζες άλλωστε πολλών από τα έθιμα του Δωδεκαήμερου ανάγονται στους χρόνους που γιορτάζονταν η « Χειμερινή τροπή » του Ήλιου η οποία σημάδευε την αρχή της εποχής του χειμώνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, τα οποία ταυτίζοταν με τα αρχαία Κρόνια.


Μία από τις ωραιότερες δημώδεις ελληνικές παροιμίες για τον Γενάρη είναι:

Να ΄μουν το Μάη γάιδαρος
και τον Απλίλ΄ κριάρι (ή σκύλος τον Αλωνάρη)
ούλο το χρόνο κόκορας
και γάτος τον Γενάρη.

Επίσης
Γενάρη πίνουν το κρασί, τον Θεριστή το ξύδι.
Ο λαγός και το περδίκι κι ο καλός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται.
Κότα πίτα τον Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη.
Όποιος θε να βαμπακώσει, τον Γενάρη θε ν' οργώσει.
Χιόνισ' έβρεξ' ο Γενάρης, όλ' οι μύλοι μας θ' αλέθουν.
(Από το Ανανωστικό της Γ' Δημοτικού, 1964)

Επιμέλεια: Αθηναΐς



---------------------

Maya Eventov - January Sunrise

Herbert Draper - Halcyone

Hans Thoma - Januar




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Περί Δημητριακών

Τα δημητριακά κατείχαν εξέχουσα θέση στην διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων δεδομένου ότι αποτελούσαν την βάση της διατροφής τους. Η λέξη "δημητριακά" προέρχεται από το όνομα της Θεάς Δήμητρας, της θεάς της Γης, των καλλιεργειών και της τροφής γενικότερα. Ήδη από την ομηρική εποχή ήταν γνωστός ο τρόπος καλλιέργειας σίτου (πύρος), κριθαριού (κριθαί) και όλυρας (ζειά). Το σιτάρι μουσκευόταν προκειμένου να γίνει μαλακό και κατόπιν επεξεργαζόταν με δύο πιθανούς τρόπους: ο πρώτος τρόπος ήταν το άλεσμά του προκειμένου να γίνει χυλός, ώστε να αποτελέσει συστατικό του λαπά. Ο άλλος τρόπος ήταν να μετατραπεί σε αλεύρι (ἀλείατα) από το οποίο προέκυπτε το ψωμί (ἄρτος) ή διάφορες πίττες, σκέτες ή γεμιστές με τυρί ή μέλι. Η μέθοδος «φουσκώματος» του ψωμιού ήταν επίσης γνωστή. Κατά την ρωμαϊκή εποχή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν κάποιο αλκαλικό συστατικό ή μαγιά σαν καταλύτη της διαδικασίας.

Η ζύμη ψηνόταν στο σπίτι σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο (ἰπνός). Μια απλούστερη μέθοδος προέβλεπε την τοποθέτηση αναμμένων κάρβουνων στο έδαφος και την κάλυψη του σκεύους με καπάκι σε σχήμα θόλου (πνιγεὐς). Όταν το έδαφος ήταν αρκετά ζεστό, τα κάρβουνα απομακρύνονταν και στην θέση τους τοποθετείτο η ζύμη, η οποία καλυπτόταν και πάλι από το καπάκι. Κατόπιν τα κάρβουνα αποθέτονταν πάνω ή γύρω από το καπάκι για διατήρηση της θερμοκρασίας. Οι πέτρινοι φούρνοι έκαναν την εμφάνισή τους κατά την ρωμαϊκή πια περίοδο. Ο Σόλων ο Αθηναίος, νομοθέτης του 6ου αιώνα όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και έπειτα, και μόνο για εκείνους που είχαν τα οικονομικά μέσα, ήταν πλέον διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία. Το κριθάρι ήταν απλούστερο στην παραγωγή, μα αρκετά πιο δύσχρηστο στην παραγωγή ψωμιού. Το ψωμί που προκύπτει από το κριθάρι είναι θρεπτικό αλλά και βαρύτερο, συνεπώς ψηνόταν προτού αλεστεί για να προκύψει αλεύρι (ἄλφιτα), το οποίο χρησίμευε στην παραγωγή (τις περισσότερες φορές άνευ ψησίματος καθώς οι σπόροι ήταν ήδη ψημμένοι) του βασικού πιάτου της ελληνικής κουζίνας, που ονομαζόταν μᾶζα. Χαρακτηριστικά οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες «κριθαροφάγους».Γενικά, το σιταρένιο ψωμί λεγόταν "άρτος", το κριθαρένιο "άλφιτον", το προερχόμενο με ζύμη που ψηνόταν σε χαμηλούς κλιβάνους (είδος γάστρας) λεγόταν "ζυμίτης", ενώ το προερχόμενο χωρίς ζύμη που ψηνόταν σε ανθρακιά λεγόταν "άζυμος" και ιδιαίτερα "σποδίτης". Ο,τιδήποτε τρωγόταν με ψωμί (προσφάγιο) λεγόταν "όψον". Ο άρτος ή το άλφιτο που τρωγόταν βουτηγμένο σε άκρατο οίνο (= ανέρωτο) λεγόταν "ακράτισμα". Το ακράτισμα τρωγόταν κυρίως το πρωί, εξ ου και το πρωινό γεύμα λέγονταν ομοίως ακράτισμα.

Σιτάρι
Το σιτάρι ή στάρι ή σίτος (Τρίτικον, Triticum spp.) είναι από τα αρχαιότερα και ίσως το σημαντικότερο φυτό της οικογένειας των Αγροστωδών. Δεν είναι απόλυτα γνωστό πότε ακριβώς καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά, ωστόσο η ποικιλία των ονομάτων του στις διάφορες γλώσσες δείχνει ότι από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους η καλλιέργειά του ήταν διαδομένη σε χώρες μακρινές μεταξύ τους. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Εύφορη Ημισέληνο, περιοχές της οποίας θεωρούνται η Συρία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος καθώς και εκτάσεις του Ευφράτη και του Τίγρη ως τον Περσικό κόλπο. Μνημεία στην Αίγυπτο παρουσιάζουν το σιτάρι γνωστό πριν από τους ποιμένες βασιλείς και ανάγουν την εισαγωγή του στην θεά Ίσιδα. Οι Κινέζοι δε, θεωρούν το σιτάρι δώρο του Ουρανού. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούν ότι η θεά Δήμητρα δίδαξε την καλλιέργεια του σιταριού στον Ελευσίνιο Τριπτόλεμο. Στον Ελλαδικό χώρο το συναντάμε από την αρχαιότητα κυρίως στον θεσσαλικό κάμπο, τον αποκαλούμενο και σιτοβολώνα της Ελλάδος.
Το σιτάρι αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, γι' αυτό και αναπτύσσεται μέχρι την πολική ζώνη. Η μεγάλη, όμως, θερμοκρασία και η φωτεινότητα της ατμόσφαιρας ευνοούν περισσότερο την ανάπτυξή του. Το έδαφος προετοιμάζεται καλά και σπέρνεται κατά το φθινόπωρο. Μερικές ποικιλίες σιταριού σπέρνονται την άνοιξη. Ανάλογα με την ποικιλία, τον τόπο και την εποχή, το σιτάρι ανθεί από τον Μάη μέχρι τον Αύγουστο. Η βλάστηση του σιταριού διακόπτεται τον χειμώνα. Μετά την ωρίμανση των σπερμάτων, γίνεται ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η αποθήκευση του σιταριού. Από τα σπέρματά του, αφού αλεστούν, παράγεται αλεύρι.
Οι ρίζες του είναι λεπτές και ινώδεις. Οι βλαστοί είναι καλαμώδεις, απλοί, εύκαμπτοι, όρθιοι, κυλινδρικοί και λείοι, κιτρινωποί και κοίλοι. Το ύψος του φτάνει μέχρι 1,30 μ. Ο βλαστός είναι ο κύριος άξονας του σταχυού. Κάθε άνθος έχει τρία σέπαλα, που αποτελούν το έλυτρο και στο κέντρο υπάρχουν τα γόνιμα όργανα. Από τα τρία ή τέσσερα άνθη κάθε σταχυδίου, τα δύο χαμηλότερα, σπανιότερα τα τρία, είναι γόνιμα και τα άλλα στείρα. Σε κάθε τομή του κόκκου του σιταριού, παρατηρούμε ογκώδη κεντρική μάζα, που είναι το λεύκωμα, αποταμίευμα θρεπτικών ουσιών, που προορίζεται για τροφή του εμβρύου κατά την βλάστηση. Το έμβρυο είναι κίτρινο μικρό σώμα, στο κάτω μέρος του κόκκου, τόσο μικρό κι ελαφρύ, ώστε 1.200 έμβρυα ζυγίζουν ένα γραμμάριο.
Για να γίνει η ταξινόμηση του σιταριού, υπολόγισαν την τέλεια σταθερότητα των χαρακτηριστικών του και ειδικότερα τις συνθήκες του κλίματος και των μεθόδων καλλιέργειας. Σύμφωνα με την ταξινόμηση αυτή συναντάμε τα εξής : Σιτάρι με κόκκους γυμνούς: α) σιτάρι μαλακό, β) σιτάρι ογκώδες, γ) σιτάρι σκληρό και δ) σιτάρι Πολωνίας. Σιτάρι με κόκκους καλυμμένους: α) κοινός απρόσιτος και β) αμυλοποιός απρόσιτος.
Οι κυριότερες ασθένειες κι οι εχθροί του σιταριού είναι το πλάγκισμα, ο άνθρακας, ο δαυλίτης, η σκωρίαση, οι ακρίδες, οι αρουραίοι, τα ζιζάνια. Οι χώρες που παράγουν το περισσότερο σιτάρι στον κόσμο είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Ρωσία, η Ινδία, ο Καναδάς, η Αργεντινή και η Αυστραλία. Μεγάλο ποσοστό από τα βασικά θρεπτικά στοιχεία που απαιτούνται για την διατροφή του ανθρώπου, βρίσκεται στους σπόρους του σιταριού, οι οποίοι περιέχουν: υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, λίπος, μέταλλα, βιταμίνες συμπλέγματος Α, Ε.













Κριθάρι


Το κριθάρι είναι δημητριακός καρπός του αγγειόσπερμου φυτού Κριθή η κοινή (Hordeum vulgare) της οικογένειας των Ποοειδών ή Αγρωστωδών, σπουδαιότατος και γνωστός από τους αρχαιότατους χρόνους (στον Όμηρο ονομαζόταν κρι). Καλλιεργείται σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Αποτελούσε την βάση της διατροφής των αρχαίων Σπαρτιατών, αφού έτσι κι αλλιώς είναι άφθονο στην περιοχή. Οι Σπαρτιάτες φαίνεται να γνώριζαν πόσο σημαντικοί είναι οι υδατάνθρακες ως κύρια πηγή ενέργειας του οργανισμού. Θέλει έδαφος άνυδρο και ασβεστούχο. Αναπτύσσεται καλύτερα από το σιτάρι στα φτωχά εδάφη. Ο καρπός του χρησιμοποιείται μόνος ή με σιτάρι για την διατροφή τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων. Τέλος αποτελεί την κυριότερη πρώτη ύλη για την παρασκευή της μπύρας. Η βύνη η οποία παράγεται από το κριθάρι έχει μαλακτικές, διουρητικές και υποτασικές ιδιότητες. Το κριθάρι σπέρνεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Η προπαρασκευή του εδάφους, η σπορά, οι καλλιεργητικές φροντίδες κι ο τρόπος συγκομιδής είναι όμοια με αυτά του σιταριού. Όταν καλλιεργείται για σανό, σπέρνεται πυκνότερα και θερίζεται πριν την ωρίμανση του καρπού, αμέσως μετά την γονιμοποίηση.
Σε αντίθεση με το σιτάρι, το κριθάρι περιέχει και τις δύο μορφές φυτικών ινών (διαλυτές και αδιάλυτες). Οι διαλυτές φυτικές ίνες διαλύονται σε νερό και δημιουργούν κάτι σαν ζελέ, το οποίο βοηθά στην ελάττωση της χοληστερόλης και τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Οι αδιάλυτες φυτικές ίνες αυξάνουν την κίνηση στο γαστρεντερικό σύστημα και είναι ιδιαίτερα ευεργετικές σε άτομα που είναι δυσκοίλια. Είναι αντισκορβουτικό και ακόμη συνιστάται στην χρόνια βρογχίτιδα. Επίσης είναι καλή πηγή τοκοτριενολών, ουσίες που έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες και την ικανότητα να ελαττώνουν την κακή χοληστερόλη. Αποτελεί δε, πηγή β-γλυκάνης, ένα είδος υδατάνθρακα, ο οποίος ελέγχει τα επίπεδα σακχάρου και χοληστερόλης στο αίμα. Τέλος είναι πλούσιο σε βιταμίνες Β3, Β6 και μέταλλα όπως κάλιο, σίδηρο, θείο και φωσφορικά οξέα, επιπλέον περιέχει ασβέστιο και πρωτεϊνη.


Σίκαλη

Αγγειόσπερμο φυτό και η σίκαλη, η οποία ανήκει στην ίδια οικογένεια με αυτή του κριθαριού. Είναι μονοετές, ποώδες φυτό με καταγωγή από την νοτιανατολική Ευρώπη και την Ασία. Στην συνέχεια έφτασε στα Βαλκάνια και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με αναφορές του Γαληνού, καλλιεργήθηκε στην Θράκη και στην Μακεδονία. Η καλλιέργειά της διαδόθηκε σχεδόν σ' όλη την γη, ιδιαίτερως στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στην Σκανδιναβία. Η σίκαλη μοιάζει πολύ με το σιτάρι και άλλα σιτηρά , έχει πολύ δυνατό ριζικό σύστημα αντέχει δε περισσότερο από αυτά, σε φτωχά εδάφη και στην ξηρασία. Τα φύλλα της είναι στενόμακρα, τραχιά, χνουδωτά και έχουν ερυθρωπό χρώμα. Το κάθε στάχυ έχει σχήμα στρογγυλό και κυλινδρικό και φέρει πολύ μικρά στάχυα που έχουν 3 άνθη από τα οποία τα 2 είναι γόνιμα. Ο καρπός της σίκαλης είναι πιο μακρύς και πιο μυτερός από αυτόν του σιταριού, έχει χρώμα λαδί, σκούρο πράσινο, κίτρινο ή κυανοπράσινο. Η σίκαλη ευδοκιμεί περισσότερο σε ψυχρά κλίματα και είναι ανθεκτική σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ταλαιπωρείται πολύ σε υψηλές θερμοκρασίες. Ποικιλίες που φυτεύονται τους φθινοπωρινούς μήνες μπορούν να αντέξουν και σε θερμοκρασίες 30 βαθμών υπό το μηδέν. Έτσι, σίκαλη φυτεύεται σε βόρειες ψυχρές περιοχές, όπου άλλα σιτηρά δεν θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν. Προτιμά τις αμμώδεις περιοχές, ενώ προσβάλλεται από τον άνθρακα κι από διάφορους μύκητες.

Σήμερα καλλιεργείται ως σιτηρό για τον καρπό του ωστόσο χρήσιμα είναι και τα υπόλοιπα μέρη του φυτού. Στην χώρα μας καλλιεργείται κυρίως για το καλάμι της, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή δεμάτων κατά τον θερισμό των άλλων σιτηρών, για κατασκευή ψαθών, καλαθιών, καπέλων και κοινού χαρτιού. Το σκληρό άχυρο του βλαστού της χρησιμοποιείται στην κατασκευή σκεπών σε πρόχειρα καταλύματα και καλύβες καθώς και στην κατασκευή διαφόρων στρωμάτων. Η Πολωνία είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή σίκαλης. Ακολουθούν η Γερμανία, η Ρωσία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία και η Αργεντινή.

H σίκαλη ξεχωρίζει για την καλή ποιότητα της πρωτεΐνης της. Πρόκειται για δημητριακό πλούσιο σειχνοστοιχεία και αντιοξειδωτικά, κυρίως μάλιστα σε σελήνιο, γι’ αυτό και θεωρείται πολύτιμο για την προστασία του αγγειακού συστήματος. Ο κόκκος της σίκαλης είναι θρεπτικός περιέχοντας έλαια, άμυλο, αρκετές πρωτεΐνες, βιταμίνες της ομάδας Β και κάλιο. Στην βόρεια Ευρώπη η χρήση ψωμιού από σίκαλη είναι μεγάλη γιατί προτιμάται από μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Συνήθως στο ψωμί αυτό προστίθεται και σιτάρι έτσι ώστε να βοηθήσει στο φούσκωμα καθώς τα άλευρα από σίκαλη δεν βοηθούν σε αυτό. Η σίκαλη εκτός από την παραγωγή αλεύρων και ψωμιού χρησιμοποιείται στην παρασκευή οινοπνευματωδών ποτών καθώς και αναμεμιγμένη με άλλες τροφές στην παρασκευή ζωοτροφών.


Βρώμη

Avena sativa, Αβένα η ήμερη είναι η κοινή ονομασία της βρώμης, η οποία επίσης ανήκει στην οικογένεια των Ποοειδών ή Αγρωστωδών. Η καλλιέργεια της βρώμης αρχίζει από τους προϊστορικούς χρόνους, φαίνεται μάλιστα ότι το φυτό αυτό κατάγεται από την Ταταρία. Σήμερα καλλιεργείται σε υγρό περιβάλλον, κυρίως σε χώρες της Αμερικής καθώς και της βόρειας και μέσης Ευρώπης, φτάνει δε μέχρι και στην μακρινή Ισλανδία, ενώ στις νοτιότερες χώρες με θερμά κλίματα και μεγάλη ηλιοφάνεια η καλλιέργεια της είναι λιγότερο διαδομένη. Η βρώμη είναι φυτό ετήσιας καλλιέργειας και η σπορά της μπορεί να γίνει είτε το φθινόπωρο, για θερισμό το καλοκαίρι, είτε την άνοιξη, για θερισμό νωρίς το φθινόπωρο.
Η βρώμη θεωρείται ιδιαίτερα υγιεινή τροφή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην διατροφή του ανθρώπου με πολλούς τρόπους. Συνήθως παρασκευάζεται ως πληγούρι μετά από τεμαχισμό των καρπών, ο οποίος είναι θρεπτικότατος και τονωτικός για τον άνθρωπο και συνιστάται για τα παιδιά και τους αρρώστους ή ως αλεύρι βρώμης μετά από άλεση. Το αλεύρι σπάνια χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, περιέχει γλουτένη και είναι πολύ όξινο. Η βρώμη τρώγεται κυρίως σε μορφή χυλού. Πρόκειται για σπόρο εύπεπτο όταν υγρανθεί. Είναι πλούσια σε διαλυτές ίνες, που διευκολύνουν το αδυνάτισμα, επειδή αυξάνουν το αίσθημα του κορεσμού, ενώ θεωρείται ότι συμβάλλει στην μείωση των επιπέδων χοληστερίνης στο αίμα. Η μοναδική θρεπτική αξία της, έγκειται στην πλούσια περιεκτικότητα της σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β, μεταλλικά στοιχεία, ιχνοστοιχεία και φυσικά σε φυτικές ίνες (β-γλυκάνες), των οποίων η ευεργετική δράση «αγκαλιάζει» το καρδιαγγειακό και το πεπτικό σύστημα. Επιπλέον είναι πλούσια σε βιταμίνη Ε, Κ, βιοτίνη και φολικό οξύ. Τα μέταλλα που περιέχει είναι: ασβέστιο, χαλκός, σίδηρος, μαγνήσιο, μαγγάνιο, φώσφορος, κάλιο, σελήνιο, πυρίτιο, ψευδάργυρος και κοβάλτιο, στοιχεία τα οποία δυναμώνουν το νευρικό σύστημα. Η βρώμη δεν θεωρείται ηρεμιστική, γιατί τονώνει το νευρικό σύστημα, ωστόσο αποτελεί ιδανική τροφή για το άτομο το όποιο δεν μπορεί να κοιμηθεί ή βρίσκεται σε υπερένταση εξαιτίας έντονης πνευματικής δραστηριότητας. Επίσης ενδείκνυται για τους αθλητές, τους μαθητές και για όλους εκείνους που έχουν ανάγκη συγκεντρώσεως.


Καλαμπόκι

Το καλαμπόκι ή αραβόσιτος ( Ζέα η μαϋς) είναι ένα από τα αρχαιότερα καλλιεργήσιμα φυτά της ιδίας οικογενείας. Κατάγεται από την Αμερικανική ήπειρο στην οποία αναπτύχθηκε τον 14ο αιώνα στην άγρια μορφή του. Ο αραβόσιτος εισήχθη στην Ευρώπη στις αρχές του 15ου αιώνα από τον Ισπανό Φερνάνδο Κορτές (1519). Από την Ισπανία διαδόθηκε στην μεσογειακή Αφρική και από την Αίγυπτο στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ελλάδα. Αρχικά θεωρείτο εξωτικό φυτό, ως σιτηρό καλλιεργήθηκε τον 17ο αιώνα. Είναι ετήσιο, ψηλό φυτό, το οποίο μπορεί να φτάσει τα 3,50 μέτρα, με χοντρό όρθιο και συμπαγή βλαστό, στενά και μακριά φύλλα σε σχήμα σπαθιού και κυματιστά άκρα. Στην κορυφή του φυτού υπάρχει η αρσενική ταξιανθία που σχηματίζει θύσανο, έχει δε την ονομασία φόβη. Η θηλυκή ταξιανθία αποτελείται από ένα πλατύ στάχυ με παχύ άξονα, πάνω στον οποίο βρίσκονται τα άνθη σε σειρές. Η ταξιανθία αυτή ονομάζεται σπάδικας. Στην συνέχεια την θέση των ανθών παίρνουν οι κόκκοι που καλύπτονται από φύλλα ενώ στην κορυφή του σπάδικα υπάρχει θύσανος αποτελούμενος από πολλές μακριές τριχοειδείς κλωστές. Ο καρπός του, εξαιτίας του σχήματός του, λέγεται κώνος ή κορύνη, καλυμμένος από τους κόκκους του αραβόσιτου και περιτυλιγμένος από φύλλα, που παίρνουν μεμβρανώδη σύσταση κατά την ωρίμανση. Ο αραβόσιτος μπορεί να καλλιεργηθεί σχεδόν σε όλα τα εδάφη, ωστόσο έχει υψηλές απαιτήσεις όσον αφορά στην θερμοκρασία(κατά την βλάστησή του έχει ανάγκη από μέση θερμοκρασία 19° C) και στην αποφυγή πάγου κατά την σπορά. Όταν αναπτύσσεται το καλοκαίρι απαιτεί άφθονο νερό και πολλές ευδιάλυτες θρεπτικές ουσίες. Έχει ανάγκη από συχνό πότισμα. Η σπορά στην Ελλάδα γίνεται κατά τον Απρίλιο-Μάιο κατά γραμμές ή στα πεταχτά. Όταν αναπτυχθεί λίγα εκατοστά, παραχώνεται και μετά σκαλίζεται και ποτίζεται. Η ιδιαιτερότητα του αραβόσιτου είναι ότι υπάρχει ένα είδος αλλά πολλές ποικιλίες.

Το καλαμπόκι είναι βασική πηγή διατροφής σε πολλές χώρες. Η θρεπτική αξία του είναι μεγάλη γι΄αυτό χρησιμοποιείται ως βάση για τις παιδικές τροφές. Πρόκειται για αμυλούχα τροφή, η οποία αναπληρώνει τις αποθήκες γλυκόζης του οργανισμού, που έχουν εξαντληθεί μέσα στη νύχτα, και τροφοδοτεί το άτομο με ενέργεια. Tο καλαμπόκι είναι επίσης πλούσιο σε βιταμίνες, κυρίως του συμπλέγματος B και μαγνήσιο, συμβάλλοντας στην καλή λειτουργία του νευρικού συστήματος και στην σωστή ανάπτυξη των οστών. Ενδείκνυται για άτομα με δυσανεξία στην γλουτένη. Το άμυλο καλαμποκιού χρησιμοποιείται στην ζαχαροπλαστική, στην παραγωγή αμυλούχων προϊόντων και στην αλλαντοποιία. Στην διατροφή επίσης χρησιμοποιείται και το λάδι του καλαμποκιού, το γνωστό αραβοσιτέλαιο. Οι κόκκοι του καλαμποκιού, με κατάλληλη επεξεργασία, μπορεί να γίνουν και αλκοόλη βιομηχανικής χρήσης. Ο αραβόσιτος χρησιμοποιείται σαν τροφή του ανθρώπου και των ζώων. Το χλωρό χόρτο αραβόσιτου βοηθά την γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων. Οι ξηρές κορυφές χρησιμεύουν για τροφή των ζώων. Όμως χρήσιμα είναι και τα μη φαγώσιμα μέρη. Έτσι, από το καλάμι φτιάχνεται χαρτί και χαρτόνι. Οι άξονες των σπαδίκων μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν καύσιμο (συνήθως σε φωτιά) και στην παραγωγή διαφόρων διαλυτών χρήσιμων στη βιομηχανία. Τα υπολείμματα από την κατεργασία του καλαμποκιού αποτελούν και μια από τις σημαντικότερες πηγές βιομάζας.


Επιμέλεια: Αθηναΐς

----------------------------------------------------

Τα Δημητριακά στην Ζωγραφική
Gathering Wheat - Knight Daniel Ridgway




The Wheatfield - Julien Dupre

A girl in the rye - Valery Fedotov




Amber waves and grain -Sheri Dinardi

Demeter mourning Persephone - Evelyn De Morgan

Harvest Time Lambourne Berks - Henry Hillier Parker

Sheaves of wheat in a field - Vincent van Gogh